Home Up Βλάχικος γάμος Β. Μάστορη Το παραμύθι μας Το περιοδικό μας Δημοτικά τραγούδια Παλιά σπίτια


 

ΒΛΑΧΙΚΟΣ ΓΑΜΟΣ

Εισαγωγή

   Ο άνθρωπος είναι ιστορικό ον έχει παρελθόν, ιστορικό περιβάλλον που κληρονομεί και μέσα σ’ αυτό διαμορφώνει προσωπικότητα. Σαν  έθνος ,αποκτά εθνική αυτογνωσία, πολιτισμό και παράδοση.

   Παράδοση είναι το σύνολο των πολιτιστικών αγαθών που οι πρόγονοι παραδίδουν στους απόγονους. Εθνική Παράδοση είναι ο πνευματικός και ιστορικός βίος του έθνους, που μεταβιβάζεται από τις παλαιότερες  γενιές και παραλαμβάνεται από τις νεότερες.

   Αυτό ακριβώς προσπαθήσαμε να κάνουμε κι εμείς ,το διδακτικό προσωπικό του σχολείου μας ,με τη συνεργασία των μαθητών αλλά και των κατοίκων της Καρίτσας. Θεωρήσαμε χρέος μας να ενώσουμε το παλιό με το νέο , να φέρουμε τους μαθητές μας σε επαφή με την πολιτιστική μας κληρονομιά.

   Η συμμετοχή των μαθητών στα σχολικά δρώμενα, προάγει την ελεύθερη έκφραση, τη δημιουργικότητα  και τους καθιστά περισσότερο υπεύθυνους στις σχολικές και όποιες άλλες εκδηλώσεις της τοπικής κοινωνίας λαμβάνουν μέρος. Το Σχολείο μας, στα πλαίσια των εκδηλώσεων που πραγματοποιούνται με τη λήξη της σχολικής χρονιάς δίνοντας έμφαση στην παράδοση και στην αναβίωση εθίμων επιχειρεί να αναπαραστήσει το «Βλάχικο – Καριτσιώτικο Γάμο».

   Ο  γάμος είναι το μυστήριο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ,γιατί μέσα από τη μελέτη του  ερευνούμε και ανακαλύπτουμε κοινωνικούς θεσμούς και δοξασίες που εμφανίζονται στο γεγονός της ένωσης δύο ανθρώπων ,μαζί με τις συναισθηματικές και καλλιτεχνικές συνεκδηλώσεις τους.

Ο γάμος ξεκινάει

   Το κάλεσμα στο γάμο γινόταν με τσίπουρο – το οποίο ήταν σε ένα μπακιρένιο συνήθως σκεύος – από μια ομάδα φίλων του γαμπρού, τα μπρατίμια, που γύριζαν το χωριό.

Ο γάμος ξεκινούσε μια εβδομάδα νωρίτερα.

Το στόλισμα της νύφης

   Την Κυριακή η νύφη καλούσε το σόι του γαμπρού στο σπίτι της για να παρακολουθήσουν τη διαδικασία κατά την οποία η μοδίστρα έκοβε το ύφασμα, που θα γινόταν νυφικό, για να το ράψει στη συνέχεια. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας οι συγγενείς της νύφης και του γαμπρού πετούσαν λεφτά πάνω στο ύφασμα.

   Την ίδια ημέρα το σόι του γαμπρού έβλεπε και τα προικιά της νύφης τα οποία είχαν πλύνει, σιδερώσει και κατόπιν εκθέσει οι μπρατίμισσες αλλά και οι συγγενείς της νύφης.

   Τη Δευτέρα και στα δύο σπίτια των μελλονύμφων ξεκινούσαν οι δουλειές που αφορούσαν την καθαριότητα και  κυρίως την ετοιμασία των φαγητών.

   Οι άντρες ανέβαιναν στο βουνό και μάζευαν ξύλα για να κάψουν στο τζάκι, αλλά και να βράσουν στα καζάνια τα φαγητά.

   Την Τρίτη και την Τετάρτη νύφη και γαμπρός υποδέχονταν τον κόσμο που πήγαινε να «δωρίσει». Τα δώρα ήταν κυρίως μπακιρένια σκεύη.

   Την Πέμπτη το μεσημέρι οι μελλόνυμφοι έκαναν το τραπέζι ο καθένας στους συγγενείς του. Το βλάχικο γεύμα περιλάμβανε κρέας με πλιγούρι που το είχαν βράσει σε μεγάλα καζάνια. Το γεύμα συνοδευόταν με διάφορα βλάχικα τραγούδια.

Πιάνονται τα προζύμια

  Το απόγευμα της Πέμπτης όλοι οι συγγενείς μαζεύονταν στο σπίτι του γαμπρού για να «πιάσουν τα προζύμια». Έπρεπε να φέρουν νερό από τη βρύση για να κάνουν τα προζύμια. Ξεκινούσαν για τη βρύση κρατώντας «γκιούμια» στα χέρια τους , δηλαδή μαστραπάδες, δοχεία για να μεταφέρουν το νερό. Κουβαλώντας νερό για το γάμο

   Προπορευόταν  των γυναικών ένα μικρό παιδί που είχε στο λαιμό του μια κουδούνα, την οποία χτυπούσε δυνατά -για να διώξει τα κακά πνεύματα -και ακολουθούσαν εκείνες τραγουδώντας.

   Αναφέρουμε ενδεικτικά ένα χαρακτηριστικό τραγούδι:

-          Πάω στη βρύση να πιω κρύο νερό,

εκεί βρίσκω κόρη που έπαιρνε νερό,

σκύβω να τη φιλήσω και δε με δέχεται,

της τάζω κλωνάρι και ρούσικα φλουριά.

-          Δε θέλω κλωνάρι και ρούσικα φλουριά,

δε θέλω ρουμπιέδες και κωνσταντινιά,

μον’ θέλω την αγάπη μου να στέκει να κοιτά.

   Όταν οι κοπέλες επέστρεφαν από τη βρύση, έχοντας γεμίσει τα “γκιούμια”, έστρωναν ένα άσπρο σεντόνι και έβαζαν μια ανύπαντρη κοπέλα να κοσκινίσει το αλεύρι ,το οποίο στη συνέχεια θα ζύμωνε. Ένα παιδάκι, του οποίου ζούσαν και οι γονείς του, έπαιρνε με τη χούφτα του τρεις φορές αλεύρι και το έριχνε μέσα στη σκάφη που ζύμωνε η κοπέλα-μπρατίμισσα.  Αυτή είχε κρεμασμένη μια κουδούνα στο λαιμό της όση ώρα διαρκούσε το ζύμωμα.

   Αφού τελείωνε, έφτιαχνε τη ζύμη σαν μια μπάλα στη μέση της σκάφης και πρώτος ο πεθερός έβαζε ένα ασημένιο νόμισμα στο ζυμάρι. Έπειτα οι υπόλοιποι κερνούσαν ρίχνοντας λεφτά μέσα στη σκάφη. Η μπρατίμισσα έπαιρνε με το στόμα της το νόμισμα που υπήρχε στο ζυμάρι. Οι  παρευρισκόμενοι προσπαθούσαν να της βουτήξουν το πρόσωπο στο ζυμάρι την ώρα που έσκυβε να πάρει το νόμισμα με το στόμα της κι εκείνη για να αμυνθεί τους πετούσε αλεύρι.

   Στη συνέχεια χόρευαν γύρω από το προζύμι, τραγουδώντας:

Βάλε Μηλίτσα ζύμωσε

μπουγάτσα για να φτιάξεις,

το φούρνο επαράγγειλα,

το φούρνο παραγγέλνω,

-Φούρνε να ψήσεις το ψωμί,

καλά να το ροδίσεις.

   Αμέσως μετά έμπαινε μπροστά στο χορό η πεθερά και τραγουδούσε:

 

Σήμερα η μάνα του γαμπρού

έχει χαρά μεγάλη.

Παντρεύει το παιδάκι της

και παίρνει μια νυφούλα ,

μικρή περιστερούλα .

Οι συγγενείς χόρευαν τραγουδώντας το τραγούδι :

Σ’ αυτό το σπίτι που ’ρθαμε

Καλέ σήμερα …

 

Ανταλλαγή κουλούρων…

   Την Παρασκευή το μεσημέρι γινόταν η ανταλλαγή των κουλούρων. Από το σπίτι του γαμπρού ξεκινούσε ένα παιδάκι με το ρακί σε μπακιρένια ή γυάλινη καράφα και ακολουθούσαν τρεις κοπέλες. Η μία κρατούσε την κουλούρα η άλλη το κόσκινο και η τρίτη σ’ ένα μπακιρένιο σκεύος το ζυμάρι της Πέμπτης  Το κόσκινο ήταν από δέρμα ζώου και η μάνα του γαμπρού έβαζε μέσα τα δώρα που έστελνε στα συμπεθέρια της : δυο ζευγάρια παπούτσια ,ένα για τον πατέρα και  ένα για τη μητέρα της νύφης.

   Την κουλούρα του γαμπρού τη μοίραζαν στο σόι της νύφης ,ενώ της νύφης τη μοίραζαν αντίστοιχα στο σόι του γαμπρού.

   Η νύφη ανταπέδιδε τα δώρα στην πεθερά της βάζοντας σκουφούνια (χοντρές μάλλινες κάλτσες) για τον πεθερό της και για τους θείους του γαμπρού και κρέπια (μαντήλια κεφαλής) για την πεθερά και για τις θείες καθώς και πουκάμισο για το γαμπρό. Ακολουθούσε γλέντι με γκάιντες.

Το κάλεσμα του κουμπάρου

   Ιδιαίτερη σημασία είχε το κάλεσμα του κουμπάρου. Την Παρασκευή το μεσημέρι, ο μπράτιμος  και κάποιοι φίλοι του γαμπρού πήγαιναν στο «νούνο» κρατώντας ένα μπακιρένιο ή ασημένιο παγουράκι με ρακί και ένα πιάτο με μήλο και στραγάλια και έδιναν το χαμπέρι ότι κίνησε ο γάμος.

Ετοιμασία του φαγητού

   Το Σάββατο , από το πρωί οι συγγενείς βοηθούσαν στην ετοιμασία του φαγητού. Έκαναν διάφορες πίτες και ζύμωναν το ψωμί. Οι άντρες έσφαζαν τα ζώα και ετοίμαζαν το κρέας που οι γυναίκες έβραζαν σε μεγάλα καζάνια. Το βράδυ οι γονείς του γαμπρού έβαζαν τραπέζι και τάιζαν τους συγγενείς και τους φίλους τους. Το ίδιο γινόταν και στο σπίτι της νύφης. Το γαμήλιο φαγητό ήταν κρέας με κριθαράκι ή πατάτες. Έπειτα

ακολουθούσε γλέντι.

   Την Κυριακή οι πεθερές πήγαιναν στην εκκλησία κάθε μία συνοδευμένη από το σόι της. Μετά την εκκλησία ο κόσμος πήγαινε στο σπίτι του γαμπρού και της νύφης και έδινε ευχές.                               

Ο γαμπρός ξυρίζεται

   Πριν ο γαμπρός πάει στην εκκλησία έπρεπε να ξυριστεί – από εκεί προκύπτει  και η φράση «στο τέλος ξυρίζουν το γαμπρό». Το ξύρισμα ήταν μια τελετουργία. Ο γαμπρός καθόταν σε ένα κάθισμα και μπροστά του είχε ένα ταψί με νερό, σαπούνι και ένα μήλο. Πάνω στον ώμο του είχε μια καινούρια πετσέτα.

   Ο μπράτιμος άρχιζε το ξύρισμα και οι συγγενείς έριχναν λεφτά στην πετσέτα. Σε όλη τη διάρκεια του ξυρίσματος οι συγγενείς και οι καλεσμένοι τραγουδούσαν δημοτικά και βλάχικα τραγούδια.

«Σήμερα νιος ξουρίζεται,

σήμερα μπαρμπερίζεται.

Γαμπρέμ’ σου πρέπ’ το ξούρισμα

με γεια σου με χαρά σου.

Παίρνει γυαλί γυαλίζεται

το χτένι και χτενίζεται.»

   Στη συνέχεια περνούσαν μέσα από το πουκάμισο που θα φορούσε ένα σίδερο για να είναι σιδερένιος, να έχει καλή υγεία.

   Ένα άλλο τραγούδι που έλεγαν στο ξύρισμα του γαμπρού είναι:

Στην πέτρα κάθεται ο γαμπρός

και η πέτρα απόλυκε νερό

για να ξυρίσουν το γαμπρό.

Τα χέρι που τον ξύριζε

έχει κομμάτι μάλαμα

έχει κομμάτι ασήμι.

   Αφού ετοιμαζόταν ο γαμπρός με τους συγγενείς και τους καλεσμένους του και με τη συνοδεία οργάνων (κλαρίνων και γκάιντας) πήγαιναν στο σπίτι του κουμπάρου. Εκεί χόρευαν όλοι μαζί με τον κουμπάρο κρατώντας το φλάμπουρο , το οποίο αποτελούνταν από δύο ξύλα σε σχήμα σταυρού. Πάνω στις τρεις άκρες κάρφωναν τα μήλα – σύμβολο γονιμότητας και καρποφορίας – και στο μεσαίο ξύλο κρεμόταν ένα άσπρο πανί με έναν κόκκινο σταυρό στη μέση.

   Τα μπρατίμια του γαμπρού έβαζαν μαντήλια στους ώμους των κουμπάρων.Επέστρεφαν στο σπίτι του γαμπρού και όλοι μαζί ξεκινούσαν για το σπίτι της νύφης.

Τα μπρατίμια παίρνουν την προίκα

   Τα μπρατίμια έβαζαν στ’ άλογα  μπλακέτες και ιππεύοντας πήγαιναν με το ρακί στη νύφη για να δώσουν το χαμπέρι και να πάρουν τα προικιά της. Οι συγγενείς της νύφης είχαν μαζέψει τα προικιά της σε ένα μπαούλο  και μέσα σ’ αυτό έβαζε η μάνα και μια κουλούρα. Τα μπρατίμια έπαιρναν τα προικιά , τοποθετούσαν το μπαούλο στη μέση της αυλής και χόρευαν γύρω απ’ αυτό.

Η νύφη ντύνεται

   Το νυφικό της νύφης το φορούσε ένα παιδάκι αφού προηγουμένως περνούσαν ένα σίδερο μέσα από το νυφικό για να είναι σιδερένια  και η νύφη. Μετά, ντυμένη καθώς ήταν, καθόταν στην κόχη- στη γωνία του σπιτιού - και οι συγγενείς τραγουδούσαν γύρω της: 

                                                                   -Τ’ αλλαξίς τ’ αρματουσίς φιάτ’ μ’

τάτουτου νου λου αντριμπάς φιάτ’μ’

κάνου φράσλι νου αντριμπάς φιατ’ μ’;

-Τουτς κου αράδα λι αντριμπάι λέλε μου.

 

Δηλ.- Άλλαξες, αρματώθηκες, κορίτσι μου

τον πατέρα σου δε ρώτησες, κορίτσι μου.

Τουλάχιστον τ’ αδέρφια σου τα ρώτησες κορίτσι μου;

-Όλους με τη σειρά τους ρώτησα.

 

   Στ’ ανώγια  στα κατώγια

 και στα ψηλά βουνά

ρουκίτσες με κερνούσαν

και μου τραγουδούσαν.

Σύρε μανούλα μ’ παρ’ τα

νύφη θέλω να γίνω

και χέρια να φιλήσω

να πρωτοπροσκυνήσω το πρώτο μου στεφάνι.

 

Ο γαμπρός έρχεται στο σπίτι της νύφης…

 

   Στο μεταξύ είχε έρθει  στο σπίτι της νύφης κι ο γαμπρός με τους κουμπάρους και τα μπρατίμια  με τη συνοδεία οργάνων και περίμεναν στην αυλή του σπιτιού.

   Ο αρχιμπράτιμος  έμπαινε μέσα στο σπίτι προκειμένου να φορέσει στη νύφη τα παπούτσια. Εκείνη  δυσανασχετούσε λέγοντας ότι δεν της «κάνουν» και τον προέτρεπε  να  της βάλει χρήματα μέσα στα παπούτσια της . Καθώς εκείνος έβαζε τα χρήματα οι συγγενείς της τον χτυπούσαν δυνατά στην πλάτη.

   Οι συγγενείς του γαμπρού τραγουδούσαν όλοι μαζί:

                                                   Γκίνι λ’ φιάτσι μ’ αλί  κούσκρι

ντι λι λομ χίλιησα

ντι  λιουρτζούμ κάσα αλέη

ντι κτζουμ κάσα  ανουάστα.

 

Δηλ. Καλά κάναμε της συμπεθέρας

που της πήραμε τη θυγατέρα

και άφησε το σπιτικό της

νοικοκυρεύοντας το δικό μας.

Η νύφη αποχαιρετά το σπίτι της…

   Πριν οι κουμπάροι πάρουν τη νύφη από το σπίτι και την πάνε στην εκκλησία αυτή προσκυνούσε και ασπαζόταν την εικόνα της Παναγίας . Όταν έφτανε στην πόρτα γύριζε πίσω και προσκυνούσε τρεις φορές το σπίτι της.

Η ατμόσφαιρα ήταν φορτισμένη. Οι γονείς αποχαιρετούσαν τη νύφη. Ο πατέρας ή ο αδερφός της την κρατούσαν και την έβγαζαν από το σπίτι. Τότε τραγουδούσαν το παρακάτω τραγούδι που αποτελεί ένα από τα πιο συγκινητικά σε όλη την τελετουργία του γάμου:

Μια Παρασκευή μικρούλα μου

κι ένα Σάββατο βράδυ

μάνα μ’ έδιωχνε από τ’ αρχοντικό μου

κι ο πατέρας μου κι αυτός μου λέει φεύγα.

Φεύγω κλαίγοντας και παραπονεμένη.

Παίρνω ένα στρατί στρατί το μονοπάτι

βρίσκω ένα δεντρί ψηλό σαν κυπαρίσσι.

Στέκομαι, ρωτώ και το καλεξετάζω.

-          Δεντρί μου πού ΄ναι η ρίζα σου

και πού ΄ναι τα κλωνάρια να δέσω τ’άλογό μου;

Κατά τη διάρκεια της διαδρομής από το σπίτι της νύφης ως την εκκλησία οι συγγενείς της έλεγαν διάφορα τραγούδια όπως:

Να μη μας το μαλώσετε μωρ’ συμπεθερά

να μη μας το μαλώσετε το πουλάκι μας,

είναι μικρή κι αντρέπεται μωρ’ συμπεθερά,

είναι μικρή κι αντρέπεται το πουλάκι μας

και ξέρει από τη μάνα του μωρ’ συμπεθερά,

και ξέρει από τη μάνα του το πουλάκι μας.

Ακολουθούσε το τραγούδι που απευθυνόταν στη μάνα του γαμπρού.

Έβγα μάνα κυρά μάνα ,

έβγα να δεις τον γιο σου

πάει μονός κι ήρθε ζευγάρι ,

ζευγαράκι ταιριασμένο

και  πολύ αγαπημένο.

 

Το ζευγάρι φτάνει στην εκκλησία…

   Οι γονείς του γαμπρού περίμεναν στην εκκλησία. Η μάνα του γαμπρού κρατούσε ένα κόσκινο μέσα στο οποίο είχε την κουλούρα και το «κάιρου» (μαλλί άσπρο που έβαζαν στη ρόκα).

   Φτάνοντας στην εκκλησία η νύφη, η πεθερά της έβαζε στο κεφάλι την κουλούρα. Μετά η μάνα της νύφης της έδινε ένα μήλο μ’ ένα νόμισμα μέσα κι η νύφη το πετούσε προς τα πίσω. Αν έπιανε το μήλο άντρας ή αγόρι, το πρώτο παιδί που θα γεννιόταν θα ήταν αγόρι.                

   Μετά τη στέψη τα συμπεθέρια γύριζαν στα σπίτια τους και ο κουμπάρος στο δικό του. Η νύφη με τα πεθερκά της, τον άνδρα της και κάποιες μπρατίμισσες πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού. Εκεί η πεθερά την κερνούσε λουκούμι και της έλεγε:

«Ντούλτσε μίνι – Ντούλτσε τίνι

τας τριτσέμ ντόιλι γκίνι»

 

Δηλ. «Γλυκιά εγώ – Γλυκιά εσύ

για να περάσουμε κι οι δυο καλά»

  

Μετά καλούσαν τον κουμπάρο κα τα συμπεθέρια για να παραβρεθούν στο γλέντι του γαμπρού, όπου χόρευαν με το κλαρίνο και τραγουδούσαν ως το πρωί.

 

Η καταγραφή των εθίμων του γάμου έγινε από τη

Δασκάλα Σαμσούρη Κυριακή.

Στην τελική διαμόρφωση του εντύπου συμμετείχαν ο Μπόλης Δημήτριος , η Σαμσούρη Κυριακή και η Κοντοκώστα Ουρανία.

Στην παρουσίαση της εκδήλωσης συμμετείχαν όλοι οι Δάσκαλοι του Σχολείου.

Σχολικό έτος 2007 – 2008.